Η Διασπορά- Κατ. Αποκατανίδου, Φιλόλογος




Κατερίνα Αποκατανίδου
Κλασική Φιλόλογος
Παρουσίαση Παμμακεδονικής
23 Μαρτίου 2017

Η Διασπορά:

Είμαστε πρώτα Έλληνες και μετά Καναδοί ή το αντίστροφο;
Σήμερα θα ήθελα να σας μιλήσω για τις εμπειρίες των προγόνων σας. Οι περισσότεροι από σας, αν όχι όλοι, είστε οι γιοί και οι κόρες των ανθρώπων που μετανάστευσαν στον Καναδά στα μέσα του 20ου αιώνα. Ως απόγονοι μεταναστών λοιπόν σίγουρα θα έχετε ακούσει για το μεγαλείο της Ελλάδας, μιας χώρας με ομορφιά και δύναμη ψυχής. Από τις πανέμορφες παραλίες μέχρι τις ανελέητες βουνοκορφές που υψώνουν δραματικά προς τον ουρανό; από τον ήλιο, τη μυρωδιά της γης, μέχρι και το κλίμα που πολλές φορές έχει τραγουδηθεί από Έλληνες και ξένους. Ένα κλίμα τόσο ευλογημένο που αποτελεί ιδανικό περιβάλλον ακόμα και για θεούς.

Ωστόσο, αναμφίβολα έχετε επίσης ακούσει για τις πολλές δυσχέρειες και καταστροφές που υπέστη η χώρα. Πολλαπλές οικονομικές κρίσεις έχουν χτυπήσει την Ελλάδα ήδη από το μέσα του 20ου αιώνα (αν και είχε μια μικρή ακμή στην οικονομία της κατά την τελευταία δεκαετία του 20ου και την πρώτη του 21ου αιώνα). Η οικονομία της εποχής, όπως ειχε διαμορφωθεί, άρχισε να μην μπορεί να συναγωνιστεί τις ανάγκες ενός πληθυσμού που όλο και μεγάλωνε και ζητούσε να αποκτήσει τον πλούτο της Δύσης. Έναν πλούτο που παρατηρήθηκε και θαυμάστηκε μέσα από την Παγκοσμιοποίηση. Τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο και όλο και περισσότερο οι άνθρωποι άρχισαν να πείθονται από το όνειρο του “Ξένου”. Το πιο διάσημο από αυτά τα όνειρα για ευκαιρία ζωής ήταν το Αμερικάνικο όνειρο. Ένα όνειρο που τότε σήμαινε κάτι.

Εκτός από την οικονομία, ένας άλλος παράγοντας που ώθησε  τα διάφορα κύματα μεταναστεύσεων των Ελλήνων στις χώρες του εξωτερικού την περίοδο αυτήν ήταν ο πόλεμος. Εάν όμως είστε απόγονοι των ανθρώπων που ήρθαν από την Μικρά Ασία κατά τις αρχές του 20 αιώνα, τότε αυτός και μόνο είναι ο λόγος της μετανάστευσης τους. Ο πόλεμος. Μια μετανάστευση, δηλαδή, αναγκαστική. Και έτσι, ως απόγονοι αυτών των ανθρώπων έχετε σίγουρα ακούσει για το μεγαλείο των Ελλήνων οι οποίοι μπορούσαν να ιδρύσουν πατρίδα όπου και αν στέκονταν και να ακμάσουν όπου και αν πήγαιναν.

Αυτή η μικρή περιγραφή της εμπειρίας που είχατε καθώς μεγαλώνατε μπορεί να τη βρείτε λίγο πολύ ακριβής ή και καθόλου. Μπορούμε να το συζητήσουμε στο τέλος της παρουσίασης. Όπως και να έχει όμως βρίσκομαι απόψε εδώ για να πιστοποιήσω τις ανεπίσημες αυτές μαρτυρίες των προγόνων σας. Βρίσκομαι εδώ για να σας πω ότι το γεγονός ότι Έλληνες υπάρχουν παντού στον κόσμο είναι κάτι που δεν απορρέει μόνο από εξωτερικούς παράγοντες. Υπάρχουν και εσωτερικοί λόγοι που ωθούν και ωθούσαν ανέκαθεν τον Έλληνα να μεταναστεύσει. Μια εσωτερική ανησυχία που ταλανίζει την ταξιδιάρα ψυχή. Αλλά θα επιστρέψω στη συνέχεια σε αυτή.

Για κάποιους από σας μπορεί ο τίτλος της παρουσίασης να φαίνεται περίεργος. Μπορεί να αναρωτιέστε “μα τι λέει, και βέβαια είμαστε πρώτα Έλληνες και μετά Καναδοί”. Ή μπορεί να σκέφτεστε το αντίθετο “μα φυσικά είμαστε Καναδοί. Εδώ μεγαλώσαμε, εδώ δουλέψαμε, εδώ σπουδάσαμε τα παιδιά μας. Μπορεί να προερχόμαστε από την Ελλάδα αλλά τα σπίτια μας, η ζωή μας είναι εδώ, στον Καναδά”. Σε κάθε περίπτωση όμως, είμαι σίγουρη ότι και οι δύο απόψεις ενέχουν κάποια μικρά ψήγματα αμφιβολίας. Έτσι είναι πάντα για εκείνους που νιώθουν ότι έχουν δύο πατρίδες. Είναι δύσκολο να αισθανθούν ότι ανήκουν ολοκληρωτικά μόνο σε μία χώρα. Πάντα θα αισθάνονται ότι προδίδουν την άλλη, λίγο ή πολύ. Στην περίπτωσή μας την συγκεκριμένη, ποια από τις δύο χώρες, Ελλάδα και Καναδάς, θεωρείτε ως  την σύζυγο και ποια ως  την ερωμένη δεν με απασχολεί και δε έχει και σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι άλλος λίγο άλλος πολύ, όλοι αισθάνονται ότι βρίσκονται συνεχώς σε ένα μεταίχμιο. Σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, ούτε εδώ ούτε εκεί, αλλά κάπου στη μέση.

Αυτό το αίσθημα του μετέωρου δεν είναι κάτι καινούριο. Πράγματι, οι Έλληνες είναι ένας λαός που έχει ταξιδέψει στα πέρατα της γης ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή. Είμαστε απόγονοι ανθρώπων που γύρισαν όλον τον πλανήτη και μάζεψαν όλες τις εμπειρίες που μπορεί να μαζέψει κάποιος σε ετούτον εδώ τον κόσμο. Τα μέρη στα οποία οι πρόγονοί μας μετανάστευσαν πολλά. Δεν πήγαν όλοι στο ίδιο μέρος. Ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός και με το τι απαιτούσε η κάθε εποχή, πήγαν στην Αυστραλία, την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, ή σε όλο το μήκος της Μεσογείου. Οι Έλληνες πήγαν παντού, έχοντας ξεκινήσει από ένα κοινό σημείο, την Ελλάδα. Και αυτός είναι ο λόγος που ονομάστηκαν Έλληνες της Διασποράς.

>>“Διασπείρω” σημαίνει “σπέρνω πολλά ίδια πράγματα σε διαφορετικά σημεία”. Και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της μετανάστευσης των Ελλήνων. Είχαν την αίσθηση ότι ξεκινούσαν από μία χώρα, τη δική τους χώρα, και έψαχναν μια καλύτερη ζωή εκτός αυτής. Αλλά αυτή η ανάγκη εύρεσης καλύτερης ποιότητας ζωής σε καμία περίπτωση δεν μείωνε την αγάπη που ένιωθαν για την πατρίδα τους. Οι Έλληνες εκτός Ελλάδας συνήθως δεν μιλούν αρνητικά για την χώρα προέλευσής τους, σε αντίθεση βέβαια με τους Έλληνες που ζουν στη χώρα τους. Κάτι πολύ ενδιαφέρον και που μπορεί να γεμίσει μια ολόκληρη παρουσίαση από μόνο του. Αρκεί όμως εδώ να πούμε ότι η ελληνική ψυχή φαίνεται να είναι η μόνη που μπορεί να αγαπάει κάτι τόσο βαθιά και ταυτόχρονα να το μισεί τόσο ολοκληρωτικά

Εν πάσει περιπτώσει, αν τώρα κοιτάξουμε την ιστορία των Ελλήνων απο τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι Έλληνες μεταναστεύουν από τότε που εμφανίστηκαν σε αυτόν τον πλανήτη. Οι βασικοί λόγοι μετανάστευσης, όπως είπαμε, είναι εξωτερικοί και εσωτερικοί. Πράγματι οι πρώτες αναφορές που έχουμε για την μετανάστευσή των Ελλήνων ως αποτέλεσμα εξωτερικών  συνθηκών είναι με τον Πρώτο Ελληνικό Αποικισμό κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλαδή περίπου τον 8ο αιώνα π.Χ. >> Οι βασικές ελληνικές φυλές της εποχής, οι Αιολείς, οι Ίωνες, και οι Δωριείς ξεκινώντας από την ηπειρωτική χώρα, μετανάστευσαν προς την Ανατολή, στην Μικρά Ασία, και ίδρυσαν νέες πόλεις και νέα βασίλεια. Οι λόγοι αυτής της μετακίνησης προς την Ανατολή είναι πολλαπλοί και πολύπλοκοι αλλά μπορούν να διακριθούν στους δύο βασικούς: την οικονομία και τις πολεμικές αναταραχές μεταξύ των φυλών. Και βλέπουμε ότι τα πράγματα δεν έχουν και πολύ.

Η οικονομία ήταν τότε βασισμένη στην ευκολία με την οποία μπορούσες να εξασφαλίσεις τροφή και στέγη από τη γη. Η ηπειρωτική χώρα της Ελλάδας ήταν (και είναι ακόμα και σήμερα) γνωστή για την μικρή παραγωγή πρώτων υλών τροφής και στέγης. Όμως, καθώς ο πληθυσμός όλο και μεγάλωνε, τόσο μεγάλωνε και η ανάγκη εύρεσης πόρων για να εξασφαλιστεί η επιβίωσή των κατοίκων. Έπρεπε να βρεθεί μια σταθερή πηγή σιταριού και ξυλείας. Τα εδάφη της Μικράς Ασίας ανέκαθεν αποτελούσαν πλούσια πηγή πρώτων υλών. Για αυτό και προσέλκυσε τους μετανάστες του Πρώτου αυτού Αποικισμού. Ένα ιστορικό παράδειγμα της διαφοράς μεταξύ της Ελληνικής γης με την αυτήν της Μικρασίας είναι όταν κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (περί το 430 π.Χ.) οι Σπαρτιάτες είχαν αποκλείσει τα εμπορικά πλοία των Αθηναίων από το να περάσουν την Προποντίδα για να φθάσουν στο λιμάνι του Πειραιά, και η πείνα είχε χτυπήσει τους Αθηναίους σε τόσο μεγάλο βαθμό που είχε σχεδόν αφανίσει όλον τον πληθυσμό της πόλης.

Οι πολεμικές αναταραχές μεταξύ των ελληνικών φυλών επίσης οδήγησε πολλούς στην μετανάστευση. Ο πόλεμος της εποχής ήταν αποτέλεσμα ανταγωνισμών μεταξύ των φυλών για το ποιος θα έχει την κυριαρχία της μίας έκτασης γης ή της άλλης. Οι Δωριείς για παράδειγμα αυτήν την εποχή είχαν αναγκάσει πολλούς Ιωνικούς πληθυσμούς της Πελοποννήσου να αναζητήσουν αλλού πατρίδα. Εισέβαλαν στα εδάφη τους και κατέκτησαν τις πόλεις τους. Αλλά οι Δωριείς είναι μόνο ένα παράδειγμα των πολεμικών αναταραχών που χαρακτηρίζουν αυτή την περίοδο.

Εκτός όμως από τους παραπάνω εξωγενείς λόγους, η μετανάστευση μπορεί να είναι και αποτέλεσμα εσωτερικής ανησυχίας. Είναι στη φύση μερικών ανθρώπων να αισθάνονται την ανάγκη να αναζητήσουν την τύχη τους πέραν των συνόρων εντός των οποίων έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει. Τους τραβάει η υπόσχεση των εμπειριών που προσφέρει ο κόσμος. Ακούν στο κάλεσμα αυτού που οι Αρχαίοι ονόμασαν “κλέος”, στη δόξα δηλαδή. Αλλά αυτή η ανάγκη να ταξιδέψουν και να γνωρίσουν τον κόσμο έρχεται σε άμεση αντίθεση με την αγάπη που νιώθουν για την πατρίδα τους. Αυτός ο παροξυσμός, αυτή η αντιπαλότητα, έχει εκφραστεί εκτενώς σε ολόκληρη την Ελληνική Γραμματολογία σε όλους τους αιώνες που έχει καταγραφεί.

Το πιο δημοφιλές παράδειγμα αυτού είναι εκείνος ο μυθολογικός χαρακτήρας που έχει γίνει συνώνυμος με τα βάσανα που αντιμετωπίζει ο κάθε μετανάστης. >> Είμαι σίγουρη ότι εύκολα ανακαλείτε στην μνήμη σας τον Οδυσσέα του Ομήρου. Ο Οδυσσέας ενσαρκώνει όλα εκείνα τα συναισθήματα και τους φόβους που μας κατακλύζουν όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους κινδύνους του αγνώστου. Φιλόδοξος ο ίδιος, οι περισσότερες απειλές που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του πίσω στην Ιθάκη ήταν αποτέλεσμα της δικής του άρνησης να περάσει από αυτά τα άγνωστα μέρη με ταπεινότητα. Παρά την αντιπαλότητά του με τον θεό Ποσειδώνα, ο οποίος του έστηνε συνεχώς εμπόδια, ο Οδυσσέας ως βασιλιάς δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του από το να ζητήσει δώρα και μεγαλεία. Όπως έγινε κατά την διάρκεια της συνάντησή του με τον Κύκλωπα για παράδειγμα. Παρόλο που έβλεπε ότι το άτομο που ζει σε αυτή την απαρχαιωμένη σπηλιά δεν θα μπορούσε να είναι πολιτισμένο, περίμενε μέχρι να γυρίσει ο Πολύφημος και να του ζητήσει να φιλοξενήσει τον ίδιο και τους συντρόφους του. Και φυσικά όλοι ξέρουμε πώς κατέληξε αυτή η ιστορία.

Οι Έλληνες λοιπόν, μέχρι και σήμερα, έχουν δείξει ότι μπορούν να αφήσουν πίσω τους το οικείο και να ιδρύσουν πόλεις και βασίλεια στον ανοίκειο και ξένο τόπο. Πόλεις και τα βασίλεια τα οποία αξίζει να σημειωθεί έγιναν υπερδυνάμεις (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη Αλεξάνδρεια είναι μόνο μερικές πόλεις που έρχονται στον νου). Η θέληση για δημιουργία και επιτυχία έχει εμπνεύσει ενός είδους φιλοδοξίας που σπάνια εμφανίζεται σε άλλα έθνη με τέτοια συνεχής συνέπεια. Μια φιλοδοξία για εξέλιξη του εαυτού, για κατάκτηση του αγνώστου, και ίδρυσης πατρίδας όπου γης. Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που αισθάνεστε διχασμένοι ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Είναι τραγική ειρωνεία το ότι ως Έλληνες έχουμε την τάση να φυτεύουμε ρίζες όπου πάμε, χωρίς να ξεχνάμε τις ρίζες που αφήσαμε πίσω μας.

Η νοσταλγία που νιώθουμε για τη μαμά πατρίδα δεν εξαφανίζεται ποτέ εντελώς. Ένα κομμάτι μας μένει πίσω, ξεριζωμένο από τα σωθικά μας. Και αυτό που αφήνει πίσω του αυτό το ξερίζωμα είναι μια πληγή η οποία κάποια στιγμή επουλώνεται αλλά αφήνει και σημάδι. >> Η θάλασσα της Μεσογείου, ο ήλιος που μοιάζει να είναι πιο λαμπερός, και η γης που μοιάζει να σε καλοδέχεται κάθε φορά που επιστρέφεις σε αυτήν, μας λείπουν όλους τρομερά και φοβερά. Μια λέξη που περικλείει όλα αυτά τα συναισθήματα επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα μ.Χ. σε πολλές περιοχές του τότε Ελληνικού κόσμου της Μικράς Ασίας. Η λέξη αυτή μέχρι και σήμερα φέρει βαρέως σε όποιον την επικαλείται: “ξενιτιά” την είπαν οι πρόγονοί μας. Ο όρος αυτός ενέχει την έννοια της φθοράς του εαυτού από την ξένη γη. Και αυτή η φθορά, αυτή η πληγή παρατηρείται και σε αυτούς που μεταναστεύουν αλλά και σε αυτούς που μένουν πίσω. Χαρακιές οι οποίες κάποια στιγμή παύουν να είναι ανοιχτές αλλά ποτέ δεν θεραπεύονται ολότελα.

Και βέβαια η ξενιτιά ως όρος δεν αναφέρεται ποτέ σε οποιαδήποτε μορφή λησμόνησης της ταυτότητας. Πράγματι, οι Έλληνες έχουν την τάση να κουβαλούν την ταυτότητά τους τόσο βαθιά μέσα τους που είναι μία με την ψυχή τους. Όχι, η ξενιτιά είναι μια λέξη που αναφέρεται κυρίως στο γεγονός ότι οι Έλληνες νιώθουν νοσταλγία για την Μαμά Πατρίδα παρόλα τα μεγαλεία που συναντούν στα ξένα. Το άλγος για νόστο, δηλαδή ο βαθύς πόνος της ψυχής για τον πολυπόθητο γυρισμό που αργεί να γίνει ή που δεν θα γίνει ποτέ.

Ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης μας δίνει ένα πιο ελπιδοφόρο μήνυμα από την ιστορία του Οδυσσέα για αυτούς που μεταναστεύουν. >> Στο ποίημά του “Ιθάκη” ο Καβάφης αναφέρει ότι παρόλο που έχεις βγει στον πηγαιμό για την Ιθάκη δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσεις απειλές αν πρώτα δεν τις κουβαλείς εσύ μέσα σου. Ένας ποιητής της Διασποράς, ο Καβάφης έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κατά τα τέλη του 18ου αιώνα. Εκείνα τα χρόνια η Ελλάδα άρχιζε να παίρνει την μορφή που έχει σήμερα. Άρχισε να γίνεται χώρα με την σύγχρονη έννοια και όλο και περισσότεροι Έλληνες της Διασποράς απαντούσαν στο κάλεσμα της πατρίδας και επιθυμούσαν να γυρίσουν πίσω στην κοιτίδα που τους γέννησε. Ή αναγκάζονταν να γυρίσουν. Το μήνυμα που θέλει να περάσει ο Καβάφης με το ποίημα αυτό (αλλά και με την ποίηση του γενικότερα) είναι μια εικόνα του μετανάστη ως άφοβου ερευνητή του πλανήτη. Αναγνωση Ιθακης >>

>>Έτσι λοιπόν ο στόχος μου σήμερα ήταν να φέρω στο φως κάποιες από τις σκέψεις και τις ανασφάλειες που έχουμε ο καθένας μας με το να βρισκόμαστει μετέωροι ανάμεσα σε δυο πατρίδες, χωρίς να ανήκουμε ολοκληρωτικά ούτε στη μία ούτε στην άλλη. Σκέψεις και ανασφάλειες που είχαν και οι πρόγονοί μας σε όλες τις εποχές μετανάστευσης. Ως λαός οι Έλληνες δεν έχουμε περιορίσει τους εαυτούς μας σε ένα μονάχα μέρος της γης. Έχουμε καταστήσει τον πλανήτη Γη πατρίδα μας με την ηπειρωτική χώρα να δρα ως σημείο ξεκούρασης και ανάπαυσης. Ένα μέρος στο οποίο μπορούμε πάντα να γυρνάμε όταν το χρειαζόμαστε. Μια ιερή γη, η δική μας ιερή γη η οποία μας αναζωογονεί και μας βοηθά να επιστρέψουμε στα ξένα και να ζήσουμε τη ζωή με τα όλα της.

Ευχαριστώ


Comments